Gehe zu: Inhaltsbereich Mehr Informationen Hauptnavigation Überblick Metanavigation Fußbereich
Ιερό του Διός με πολυαριθμα κτήρια και αθλητικές εγκαταστάσεις για τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Ανασκαφές από το 1875, ευρήματα στο Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας.
Το ιερό του Διός στην Ολυμπία στη δυτική Πελοπόννησο ήταν μαζί με τους Δελφούς το σημαντικότερο ιερό της αρχαίας Ελλάδας. Η φήμη που εξακολουθεί να κατέχει από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας οφείλεται κυρίως στους Ολυμπιακούς Αγώνες οι οποίοι συγκέντρωναν ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο σε διαγωνισμό ειρηνικής άμιλλας.
Από την έναρξη των γερμανικών ανασκαφών το 1875 το μεγαλύτερο τμήμα του κεντρικού ιερού έχει πλέον αποκαλυφθεί. Οι έρευνες πεδίου των τελευταίων ετών επικεντρώνονται στο Ν και ΝΑ τμήμα του ιερού, ενώ στο πλαίσιο του θεματικού προγράμματος „Olympia und seine Umwelt“ το ενδιαφέρον στρέφεται επιπλέον σε ζήματα γεωλογικών μεταβολών στην ευρύτερη περιοχή της Ολυμπίας, την επίδραση που είχαν στο ιερό, καθώς επίσης τη διασύνδεση του ιερού με τα δίκτυα πολιτισμών και επικοινωνίας της ανατολικής Μεσογείου από την Εποχή του Χαλκού και εξής.
Ένα από τα σημαντικότερα νεότερα προγράμματα του Γ.Α.Ι. στην Ολυμπία αφορά στη μελέτη της πρώιμης ιστορίας του ιερού μέσω τη διενέργειας στρωματογραφικών ανασκαφών στο λεγόμενο Πελόπιον, οι οποίες συνέβαλαν στην αποσαφήνιση της προϊστορικής κατοίκισης (3 χιλ. π.Χ.) και προσέφεραν νέα στοιχεία για τη λατρευτική συνέχεια από το τέλος της Εποχής του Χαλκού. Στο πλαίσιο του προγράμματος οι ανασκαφές επεκτάθηκαν προς Β και ΝΔ με νέες πληροφορίες για τη μεγάλη σημασία που εξακολουθούσε να έχει το ιερό στους αυτοκρατορικούς χρόνους, την ύστερη δραστηριότητα στο ιερό και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, καθώς επίσης την περίοδο ζωής της Ολυμπίας κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Οι τρέχουσες ανασκαφές έχουν επίκεντρο στον ΝΑ τομέα του ιερού με σκοπό την αποσαφήνιση της στρωματογραφίας των πρώιμων φάσεων. Μια γεωφυσική διασκόπηση της περιοχής ΝΑ του σταδίου, όπου κατά την αρχαιότητα βρισκόταν ο ιππόδρομος, δεν έχει απέδωσε προς το παρόν βέβαια στοιχεία για το συγκεκριμένο μνημείο. Αντίθετα, σε κοντινή απόσταση εντοπίστηκαν ίχνη του ιερού της Δήμητρας Χαμύνης που αναφέρει ο Παυσανίας.
Στο πλαίσιο ενός γενικού σχεδίου μνημειακής μέρμνας για την εξέλιξη και ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου έχουν παραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια μια σειρά τμηματικών αναστηλώσεων αρχαίων κτηρίων. Το 2004 επανατοποθετήθηκε ένας κίονας του ναού του Διός, ενώ το 2005 πραγματοποιήθηκε μια τμηματική αποκατάσταση του Φιλιππείου. Σε εξέλιξη βρίσκονται εργασίες αναστήλωσης του βόρειου κίονα του αναθηματικού μνημείου των Πτολεμαίων, καθώς επίσης συμπληρώσεων στον οπισθόδομο του ναoύ του Διός.
Oρίσματα της έρευναςΗ ανασκαφή στην αρχαία Ολυμπία μεταξύ 1875 και 1881 αποτελεί την πρώτη ανασκαφική έρευνα μεγάλης έκτασης στην Ελλάδα που ρυθμίστηκε με διακρατική συμφωνία. Τη χρηματοδότηση ανέλαβε τότε το Γερμανικό Ράιχ και την εποπτεία της είχε διευθυντήριο στο Βερολίνο. Την ευθύνη των ανασκαφών επί τόπου είχαν μεταξύ άλλων οι G. Hirschfeld, G. Treu, A. Furtwängler από αρχαιολογικής πλευράς, ενώ ως αρχιτέκτονες εργάστηκαν οι A. Boetticher, W. Dörpfeld και R. Borrmann. Οι πρώτες ανασκαφές αποκάλυψαν το κέντρο του ιερού, το οποίο περιλάμβανε τον ναό του Διός, το Ηραίον, το Μητρώον, τα κτίρια γνωστά ως «θησαυρούς», το Βουλευτήριο, το Φιλιππείον, τη Στοά της Ηχούς, την Παλαίστρα κ.α. Στα σημαντικότερα ευρήματα συγκαταλέγονται η Νίκη του Παιωνίου, Ο Ερμής του Πραξιτέλη, καθώς επίσης τα πλούσια χάλκινα έργα (πάνω από 14.000 ευρετηριασθέντα αντικείμενα). Σκοπός της ανασκαφής ήταν η επιστημονική έρευνα του χώρου και όχι, όπως συνηθιζόταν μέχρι τότε, η ανάκτηση έργων τέχνης και εκθεμάτων για τον εμπλουτισμό των συλλογών στη χώρα προέλευσης. Για την αποθήκευση των ευρημάτων κτίστηκε μουσείο επί τόπου σε σχέδια του (F. Adler). Μεταξύ 1908 και 1929 διενεργήθηκαν περιορισμένες έρευνες με επίκεντρο την πρώιμη ιστορία του ιερού, ενώ νέες συστηματικές ανασκαφές ξεκίνησαν με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936. Από το 1937 την επιστασία των εργασιών είχαν οι E. Kunze και H. Schleif. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τη διέυθυνση των ανασκαφών που διεξήχθησαν εκ νέου από το 1952 μέχρι το 1966 εξακολούθησε να έχει ο E. Kunze με αρχιτέκτονα τον A. Mallwitz. Οι ανασκαφές αυτές επικεντρώθηκαν στην περιοχή του εργαστηρίου του Φειδία, στο Λεωνιδαίον και στο βόρειο ανάλημμα του σταδίου και στον ΝΑ τομέα όπου εντοπίστηκαν σχεδόν 140 φρεάτα με πλούσια ευρήματα μεταλλικών αντικειμένων, κεραμικής και πήλινου διακόσμου στεγης). Μεταξύ 1972 και 1984 τη διεύθυνση των ανασκαφών ανέλαβε ο A. Mallwitz. Μετά από μια περίοδο μελέτης και δημοσίευσης, νέες ανασκαφές διενεργήθηκαν ξανά το 1978 στο νοτιοανατολικό και από το 1980 και εξής στο νοτιοδυτικό τμήμα του χώρου, με σημαντικότερα πορίσματα τη αναχρονολόγηση των φάσεων του σταδίου, την ανακάλυψη των οχυρωματικών τάφρων των Αρκάδων, τον εντοπισμό του ιερού της Εστίας, περαιτέρω ευρήματα από φρέατα και τη μελέτη του πήλινου διακόσμου των στεγών). Το 1984 τη διεύθυνση ανέλαβε ο H. Kyrieleis, με αντικαταστάτη από το 1992 τον K. Herrmann. Από το 1986 στο επίκεντρο βρίσκεται η διερεύνηση της πρώιμης ιστορίας του ιερού (ανασκαφές στο Πρυτανείον και το Πελόπειον), ενώ συνεχίζεται η προετοιμασία των δημοσιεύσεων των διαφόρων κατηγοριών ευρημάτων από συνεργάτες. Παράλληλα πραγματοποιείται υπό τη διεύθυνση του U. Sinn (Würzburg) ένα ειδικό πρόγραμμα με επίκεντρο της Ολυμπία κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους και την Ύστερη Αρχαιότητα που περιλαμβάνει ανασκαφή στο ρωμαϊκό κτήριο ΒΔ του Πρυτανείου και στην περιοχή του ΝΔ κτηρίου που ερμηνεύεται ως λέσχη αθλητών. 
Σε συνεχή εξέλιξη βρίσκεται η δημοσίευση των αποτελεσμάτων των ανασκαφών και των διαφόρων κατηγοριών ευρημάτων στις αποθήκες της Άλτεως. Σύντομες ανασκαφικές αναφορές δημοσιεύονται κατά τακτά διαστήματα στα γερμανικά υπό τον τίτλο „Bericht über die Ausgrabungen in Olympia“. Συνεχίζοντας τον μεγάλο αριθμό μονογραφιών που έχουν εκδοθεί τόσο στη σειρά „Olympische Forschungen“ όσο και σε άλλες δημοσιεύσεις, ετοιμάζονται μελέτες που ασχολούνται με την εικονιστική μικροπλαστική, τα μαρμάρινα πορτρέτα, σύνεργα, όπλα, νομίσματα, κεραμική κ.α. από συνεργάτες της ανασκαφής. Οι R. Bol, Chr. Leypold και S. Lehmann μελετούν τις πολυάριθμες αγαλματικές βάσεις που αποτελούν σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση των αναθημάτων που υπήρχαν στο ιερό. Οι νέες αρχιτεκτονικές μελέτες που βρίσκονται σε εξέλιξη περιλαμβάνουν τους θησαυρούς (K. Herrmann), το βουλευτήριο (H. van de Löcht), τα στάδια (J. Schilbach), το Μητρώο (Ph. Osthues), τις ρωμαϊκές θέρμες (A. Haseley, G. Ladstätter) και κυρίως τον ναό του Διός (A. Hennemeyer, W. Koenigs). Εργαστηριακές έρευνες με τις πιο πρόσφατες αναλυτικές μεθόδους παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις τεχνικές κατασκευής και την προέλευση των χάλκινων αντικειμένων, το πλήθος των οποίων από την Ολυμπία ξεπερνάει μακράν σε αριθμό αντίστοιχα ευρήματα από άλλες περιοχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου (H. Born). Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια συνεχίζεται η ψηφιοποίηση και αποθήκευση σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων των επί μέρους ευρημάτων και μνημείων με σκοπό τόσο την διασφάλιση των δεδομένων όσο και τη δυνατότητα περαιτέρω αναζήτησης και επεξεργασίας τους μέσω του διαδικτύου στο μέλλον.
Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού,
Ζ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων,
Deutsches Sport & Olympia Museum, Κολωνία,
Technische Universität Darmstadt, Institut für Angewandte Geowissenschaften.
Fritz-Thyssen Stiftung,
Kulturstiftung der Fa. Kärcher,
Regula-Pestalozzi-Stiftung,
Ίδρυμα Λάτση,
Ίδρυμα Λεβέντη,
Α.Υ. Πριγκήπισα Haya Bint Al Hussein Ιορδανίας,
Fédération Equestre Internationale,
Institut für Sportwissenschaft der Johannes-Gutenberg-Universität Mainz.
Για το πρόγραμμα »Olympia in der römischen Kaiserzeit und Spätantike«: Prof. Dr. Ulrich Sinn, Seminar für Klassische Archäologie der Universität, D - 97070 Würzburg, Residenzplatz 2.
Olympia. Die Ergebnisse der vom Deutschen Reich veranstalteten Ausgrabung. τ. I-V με 4 τόμους πινάκων και 1 φάκελλο με σχέδια (1890-1897), ) Berichte über die Ausgrabungen in Olympia Bd. I-XΙI (1937-2003), τ. XIΙI (υπό έκδοση) Olympische Forschungen (= δημοσίευση υλικού υπό τη μορφή μονογραφίας), μέχρι τώρα 32 τόμοι (1944-2007). Συνθετικές περιλήψεις: A. Mallwitz, Olympia uns seine Bauten (1972); H.-V. Herrmann, Olympia. Heiligtum und Wettkampfstätte (1972); A. Mallwitz - H.-V. Herrmann (Hrsg.), Die Funde aus Olympia (1980). H. Kyrieleis (επιμ.) Olympia 1875 - 2000. 125 Jahre deutsche Ausgrabungen. Internationales Symposion, Berlin 9. - 11. November 2000 (2002). Άρθρα πάνω σε ειδικά θέματα, καθώς επίσης προκαταρκτικές εκθέσεις των ανασκαφών δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά, ιδίως στο Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Athenische Abteilung).
Das Deutsche Archäologische Institut (DAI) ist eine wissenschaftliche Einrichtung, die als Bundesanstalt zum Geschäftsbereich des Auswärtigen Amts gehört. Das Institut mit Zentrale in Berlin und mehreren Kommissionen und Abteilungen im In- und Ausland führt archäologische Ausgrabungen und Forschungen durch und pflegt Kontakte zur internationalen Wissenschaft.
Das Institut veranstaltet wissenschaftliche Kongresse, Kolloquien und Führungen und informiert die Öffentlichkeit über seine Arbeit.