Go to: Content area More information Main navigation Overview Metanavigation Footer
Το ερευνητικό πρόγραμμα της αρχαίας Τίρυνθας διεξάγεται υπό την αιγίδα της Κεντρικής Διεύθυνσης στο Βερολίνο. Εδώ θα βρείτε μια σύντομη περίληψη των εργασιών και των πορισμάτων της έρευνας. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του προγράμματος Tiryns-Page στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης.
Η Τίρυνθα υψώνεται σε χαμηλό βραχώδες έξαρμα στην πεδιάδα του Άργους το οποίο σήμερα βρίσκεται 28 χλμ. δυτικά του κόλπου του Ναυπλίου. Η τοπογραφία του πλατώματος με την κλίση που εμφανίζει από Ν προς Β οδήγησε κατά τη μυκηναϊκή ανακτορική περίοδο (Υστεροελλαδική [ΥΕ] IIIA και B: περίπου 1400-1200 π.Χ.) στη διάρθρωση του χώρου σε άνω, μέση και κάτω ακρόπολη. Γύρω από το οχυρό αυτό πλάτωμα εκτεινόταν ένας οικισμός (κάτω πόλη). Μαζί με τις Μυκήνες, τη Θήβα και την Πήλο, η Τίρυνθα ανήκει στα σημαντικότερα ανακτορικά κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Η Τίρυνθα συγκαταλέγεται στις λίγες εκείνες θέσεις του ελλαδικού χώρου όπου είναι δυνατή κατά τρόπο παραδειγματικό η μακροπρόθεσμη παρακολούθηση τόσο διακυμάνσεων στους κύκλους γένεσης και διάλυσης πολύπλοκων κοινωνικών δομών, όσο και των μετα
βολών στις αρχιτεκτονικές μορφές έκφανσης της πολιτικής εξουσίας. Το πρόγραμμα έρευνας έχει ως στόχο την διερεύνηση και ερμηνεία
της χρήσης του πλατώματος της Τίρυνθας και της γύρω περιοχής της σε διαχρονική κλίμακα από την πρώτη εγκατάσταση κατά τη Νεολιθική εποχή (6η χιλιετία π.Χ.) μέχρι τη βυζαντινή περίοδο. Κύριο μέλημα αποτελεί η αξιοποίηση των ερευνητικών πορισμάτων ως πηγής πληροφοριών για την κοινωνική ιστορία και τον πολιτισμό της Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου στον ελλαδικό χώρο. Στο επ
ίκεντρο των ερευνών βρίσκεται η μυκηναϊκή εποχή που αποτελεί και την περίοδο κατά την οποία η θέση έφτασε στο απόγειο ακμής της.
Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου ανασκαφών, οι οποίες ξεκίνησαν από τον Heinrich Schliemann το 1876, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο ανέλαβε τη διεξαγωγή νέων ερευνών στη θέση μόλις το 1967. Από την εποχή εκείνη επίκεντρο των ερευνών αποτελούσαν οι τομείς της κάτω ακρόπολης και της κάτω πόλης που είχαν ερευνηθεί ανεπαρκώς κατά τις προηγούμενες ανασκαφές. Η μεγάλης έκτασης ανασκαφή υπό τη διεύθυνση του Klaus Kilian στην κάτω ακρόπολη από το 1976 μέχρι το 1983 έθεσε νέα πρότυπα στη εξερεύνηση της θέσης, συμβάλλοντας στην αποσαφήνιση της χρήσης και του σχεδίου της δόμησης στην περιοχή αυτή του οικισμού κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους. Από το 1994 τη διεύθυνση του προγράμματος ερευνών έχει αναλάβει για λογαριασμό του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου ο Joseph Maran. Οι μέχρι τώρα ανασκαφικές έρευνες κατά την τελευταία αυτή περίοδο έχουν επικεντρωθεί στον τομέα των μεγάρων της άνω ακρόπολης (1997 και 1998), την ΒΑ περιοχή της κάτω πόλης (1999 και 2000, σε συνεργασία με την Άλκηστη Παπαδημητρίου), το Β άκρο της κάτω ακρόπολης (2000 έως 2003) και τη δυτική κάτω πόλη (2006-2010).
Κατά τις πιο πρόσφατες ανασκαφικές περιόδους μεταξύ 2006 και 2010 στάθηκε δυνατή η έρευνα στη δυτική κάτω πόλη (ανασκαφικοί τομείς L51 και L52) με τα παρακάτω αποτελέσματα:
- Σε τομή βάθους 4 μ. κάτω από την επιφάνεια του σημερινού εδάφους ανακαλύφθηκε οικιστικό στρώμα της Πρωτοελλαδικής (ΠΕ) ΙΙ περιόδου που είχε καλυφθεί από αλουβιακές αποθέσεις πάχους 2 μ. Τα ιζήματα αυτά φαίνεται ότι αποτέθηκαν κατά την ΠΕ ΙΙΙ και πιθανώς κατά την ΠΕ ΙΙ.
- Στάθηκε δυνατός ο προσδιορισμός τριών χρονολογικώς συναφών οικοδομικών φάσεων, οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από την ΥΕ ΙΙΙ Α2 έως το πρώιμο τμήμα της ΥΕ ΙΙΙΒ. Μια βαθιά τομή στην οικιστική ιστορία του χώρου φαίνεται ότι αποτελεί η ανέγερση ενός μεγάλου κτηρίου κατά τη διάρκεια της ΥΕ ΙΙΙΑ2, κατά την οποία καθαιρέθηκαν όλα τα παλαιότερα οικοδομικά κατάλοιπα που βρίσκονταν πρώτινως στην περιοχή. Στην περίοδο χρήσης του κτηρίου χρονολογείται πιθανότατα το θραύσμα πινακίδας Γραμμικης Β΄, το οποίο αποτελεί μέχρι στιγμής το αρχαιότερο τεκμήριο χρήσης του συγκεκριμένου συστήματος γραφής στην Τίρυνθα. Λίγο μετά την ανέγερσή του, το μεγάλο αυτό οικόδομημα με τη σειρά του κατεδαφίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά ως αποτέλεσμα νέων οικοδομικών εργασιών. Στον αύλιο χώρο του νέου οικοδομήματος που ανεγέρθηκε στο σημείο αυτό εγκαταστάθηκε εφ’ εξής εργαστήριο κεραμικής, όπως προκύπτει από τις μάζες ακατέργαστου πηλού, όστρακα αγγείων σε κατάσταση ημιόπτησης ή στέγνωσης και μάλιστα πιθανώς μιας σπείρας πηλού για την κατασκευή αγγείων κατά τη μέθοδο των επάλληλων δακτυλίων. Μετά την τρίτη οικοδομική φάση η περιοχή αυτή δεν υπέστη περαιτέρω οικοδόμηση και εγκαταλείφθηκε κατά την πρώιμη ΥΕ ΙΙΙΒ.
- Η περιοχή χρησθιμοποιήθηκε εκ νέου μόλις στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Τεκμήρια χρήσης κατά τη γεωμετρική περίοδο παρέχει συγκρότημα τάφων που περιβάλλεται από συστάδες λίθων. Όπως προκύπτει από τα πολυάριθμα τεκμήρια οικιστικού χαρακτήρα, ο χώρος ταφής βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με κάποια περιοχή κατοίκισης.
Από το 2006 το ερευνητικό πρόγραμμα „Bildräume und Raumbilder: Mykenische Paläste als performativer Raum“ ασχολείται ειδικά με τις ανακτορικές τοιχογραφίες της Τίρυνθας. Αφορμή για την ενασχόληση αυτή στάθηκαν αρχικώς τα νέα ευρήματα που αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή του 1999 στο πλαίσιο εργασιών συντήρησης στην περιοχή της δυτικής κλίμακας. Μετά την ολοκλήρωση της συντήρησής τους το 2009, τα ευρήματα τοιχογραφιών αυτά στάθηκε δυνατόν να συσχετισθούν σαφώς ως προς το περιεχόμενό τους με τα γνωστά από τη δημοσίευση του Gerhart Rodenwaldt παλαιότερα ευρήματα, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν το 2010 συμπληρωματικές εργασίες αποκατάστασης σε παλαιότερα θραύσματα που βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα. Ένα πρώτο σημαντικό στοιχείο που προκύπτει στο πλαίσιο της προβληματικής των χωρικών συμφραζομένων των τοιχογραφιών αποτελεί η απόδοση της «μεγάλης γυναικείας πομπής», η οποία είχε ανακαλυφθεί το 1910 στα μπάζα της ανασκαφής, στον κεντρικό τομέα του ανακτόρου. Εξίσου σημαντικές είναι οι νέες πληροφορίες για τη χρονολόγηση και την εικονογραφία, όπως λ.χ. σχετικά με την αντίθετη προς την τρέχουσα αντίληψη αλλά αναμφισβήτητη χρονολόγηση της πλειοψηφίας των τοιχογραφιών της Τίρυνθας στο τέλος της μυκηναϊκής ανακτορικής εποχής, αλλά και στην ταύτιση μιας μέχρι πρότινος άγνωστης στις εικονογραφικές πηγές ιεροπραξίας με χαρακτήρα μύησης σε θραύσματα τοιχογραφιών που αποκαλύφθηκαν το 1999.
Στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος „Cross-Craft Interaction in the cross-cultural context of the late Bronze Age Eastern Mediterranean“ (http://www.tracingnetworks.org/content/web/cross_craft_interaction.jsp) διεξάγεται λεπτομερέστερη έρευνα στους τομείς εκείνους του οικισμού, όπου έχουν έλθει στο φώς συγκεντρώσεις τεχνέργων, ημίεργων, πρώτων υλών και εργαστηριακών καταλοίπων που παραπέμπουν σε χειροτεχνικές δραστηριότητες. Οι ειδικές μελέτες βασίζονται σε λεπτομερείς αναλύσεις των συμφραζομένων πληροφοριών: όλα τα αντικείμενα και οι σχετικές εγκαταστάσεις καταχωρίζονται σε βάση δεδομένων και αναλύονται σύμφωνα με διάφορες παραμέτρους (τοπογραφία, στρωματογραφία, χρονολόγηση, τυπολογία, τεχνοτροπία). Η παραδοσιακή καταγραφή του υλικού έχει τόσο μακροσκοπικό όσο και μικροσκοπικό χαρακτήρα και συμπληρώνεται κατά περίπτωση για επίλεκτα αντικείμενα μέσω εργαστηριακών αναλύσεων του υλικού, της προέλευσης και της τεχνικής κατασκευής. Με τη βοήθεια της έννοιας της «αλυσίδας εγχειρημάτων» (chaîne opératoire) γίνεται απόπειρα εκπόνησης των διαφόρων σταδίων επεξεργασίας των τεχνέργων από την απόκτηση της πρώτης ύλης και την κατασκευή μέχρι την κατανάλωση και την απόρριψη/ απόθεσή τους στο έδαφος. Βάσει συμπτώσεων σε ζητήματα τεχνικής ή χρήσης πρώτων υλών διάφοροι κλάδοι της χειροτέχνιας μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους, ενώ με τον τρόπο αυτό γίνεται αντιληπτή και η μετάδοση τεχνολογίας και γνώσης σε μικροεπίπεδο και στο πλαίσιο ενός κοινωνικού δικτύου. Η έρευνα πυροτεχνολογικών διαδικασιών, για παράδειγμα, έχει ως στόχο να διευκρινίσει κατά πόσο η εξειδικευμένη χειροτεχνία ανήκε στη σφαίρα ελέγχου του ανακτόρου, ποιές τεχνικές συνεχίσαν να υπάρχουν κατά τη μετανακτορική περίοδο (περίπου 1200 – 1050 π.Χ.) και ποιές διαμορφώνονται εκ νέου.
Σε συνεργασία με συναδέλφους από το Ισραήλ διεξάγεται έρευνα στο πλαίσιο προγράμματος με τίτλο “Negotiating Change – Cultural and Social Transformations in the Late 2nd Millennium BCE East Mediterranean: Case Studies from Tiryns, Greece, and Tell es-Safi/Gath, Israel”. Μέσω της αντιπαραβολής της Τίρυνθας με μια πόλη των Φιλισταίων το πρόγραμμα έχει ως στόχο την κατανόηση των ομοιοτήτων και διαφορών στις διαδικασίες μετασχηματισμού της κοινωνίας, του πολιτισμού και της οικονομίας μεταξύ 1400 και 1000 π.Χ. σε δύο γειτονικές περιφέρειες της ανατολικής Μεσογείου. Ένα από τα επίκεντρα της έρευνας αφορά στην άντληση σημαντικών - για την κατανόηση προβλημάτων της οικονομικής και πολιτισμικής ιστορίας - βιοεπιστημονικών στοιχείων που μέχρι σήμερα παραμένουν σχετικώς λιγοστά.
Από το 2010 το ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο „Elitärer Konsum im Palast von Tiryns. Untersuchungen zur unbemalten mykenischen Keramik und der sozialen Bedeutung keramischer Geschirrsätze an einem politischen Zentrum des 13. und 12. Jahrhunderts v. Chr.“ ασχολείται με το ερώτημα της διαμόρφωσης και μεταβολής των εθίμων τροφοπαρασκευής και κατανάλωσης στους κόλπους της ελίτ.
Ansprechpartner
Leiter der Ausgrabungen: Prof. Dr. Joseph Maran, Institut für Ur- und Frühgeschichte der Universität Heidelberg, Marstallhof 4, D-69117 Heidelberg, E-Mail: m17@ix.urz.uni-heidelberg.de
Εισαγωγικά: U. Jantzen (επιμ.), Führer durch Tiryns (1975). J. Maran στο: Archäologische Entdeckungen. Die Forschungen des deutschen Archäologischen Instituts im 20. Jahrhundert (2000) 118 κ.εξ. J. Maran στο: E. H. Cline (επιμ.), Oxford History of the Bronze Age Aegean, (2010) 722 κ.εξ. A. Papadimitriou, Tiryns: Historischer und archäologischer Führer (2001).
Δημοσίευση των ανασκαφικών πορισμάτων: Tiryns. Die Ergebnisse der Ausgrabungen des Instituts I-IV (1912-1938). Tiryns. Forschungen und Berichte V-XVI (1971-2008).
Επιστημονικά άρθρα σχετικά με ειδικά θέματα και προκαταρκτικές εκθέσεις των ανασκαφών σε διάφορα περιοδικά, π.χ. Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Athenische Abteilung και Archäologischer Anzeiger.
The German Archaeological Institute (DAI) is a »scientific corporation« of the Federal Institution under the auspices of the Foreign Office. The staff of the Institute carries out research in the area of archaeology and in related fields and maintains relations with international scholars.
Furthermore, it organizes congresses, colloquia and tours, and informs the public through the media about its work.